Δύο μεταφράσεις για την ταξική πάλη και τον πόλεμο στο Ιράν

Δημοσιεύουμε τις παρακάτω μεταφράσεις και το επίμετρο που τις ακολουθεί ως ελάχιστη συμβολή στην κατανόηση της βίαιης συγκυρίας από τη σκοπιά του προλεταριάτου της Μέσης Ανατολής, του Ιράν συγκεκριμένα, όπου, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση προχωρά μέσα από πόλεμο, σφαγές και καταστροφή, όπως και σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

Ο πόλεμος γεννιέται μέσα από την ίδια την κίνηση του κεφαλαίου. Είναι μορφή του παγκόσμιου ανταγωνισμού ανάμεσα στα κράτη και τα κεφάλαιά τους, αλλά και μέσο για να επιβληθούν νέοι όροι εκμετάλλευσης και πειθάρχησης στο προλεταριάτο. Ενώ το κράτος επικαλείται την απειλή του «εξωτερικού εχθρού», η πραγματική σύγκρουση εκτυλίσσεται στο εσωτερικό: ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κράτος του, από τη μια, και το προλεταριάτο, ως τον πραγματικό εσωτερικό τους εχθρό, από την άλλη. Γι’ αυτό ο καπιταλιστικός πόλεμος δεν είναι παρά στιγμή της ταξικής κυριαρχίας και στρέφεται τελικά ενάντια στους προλετάριους παντού.

Τα μεταφρασμένα κείμενα και το επίμετρο δεν συνιστούν παρά μια πρώτη μερική προσέγγιση, μια αρχική απόπειρα αποτίμησης των ταξικών ανταγωνισμών που διαμορφώνουν τη σημερινή κατάσταση και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν απόπειρα λεπτομερούς ανάλυσης.

Μεταφράσεις

[κείμενο 1] Να τελειώνουμε με την κατασκευή ηγετών

Αν κοιτάξουμε προσεκτικά τους αγώνες της τάξης μας στη σύγχρονη εποχή, θα δούμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: κάθε φορά μπαίνουμε στην πολιτική αρένα πίσω από «μεγάλες μορφές», τον Μοσαντέκ, τον Χομεϊνί, τον Ταλεκανί, τον Χαταμί, τον Μουσαβί, τον Ρουχανί και, πιο πρόσφατα, τον Τραμπ και τη «μαφία» του Ρεζά Παχλαβί. Η προσκόλληση σε πρόσωπα, η ηγετολατρία και η διαρκής «παραγωγή ηγετών» δεν είναι απλώς ένα περιστασιακό λάθος· έγινε σταθερό στοιχείο των αγώνων μας.

Αλλά τι ακριβώς υποτίθεται ότι θα κάνουν αυτοί οι «ηγέτες» –αριστεροί και δεξιοί, θρησκευόμενοι και κοσμικοί, βασιλόφρονες και ρεπουμπλικάνοι– που δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς οι ίδιοι; Εμείς είμαστε μια τάξη εκατομμυρίων ανθρώπων που πουλάνε την εργατική τους δύναμη: γυναίκες και άντρες στη βιομηχανία και τη γεωργία, στην εκπαίδευση, στη φροντίδα, στη θεραπεία και την υγεία, στο νερό και το ρεύμα, στις τηλεπικοινωνίες, στις υπηρεσίες, στα λιμάνια, στα ορυχεία, στις μεταφορές, στους δρόμους και τις υποδομές — εμείς που παράγουμε όλο τον κοινωνικό πλούτο. Μπορούμε να τελειώνουμε με την αναζήτηση «σωτήρων» και να μην κρεμιόμαστε από την αντιπολίτευση και τους εκάστοτε αρχηγούς της.

Με τη δύναμη των απεργιών μας στους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης και ζωής, παντού όπου υπάρχουμε, μπορούμε να απελευθερώσουμε τη διαβίωση, τη στέγη, την περίθαλψη, τα φάρμακα, την ανάπαυση, το ταξίδι και όλα τα αναγκαία της ζωής από τη σχέση αγοράς–πώλησης και να τα κάνουμε καθολικά και δωρεάν. Μπορούμε να σταματήσουμε κάθε κρατική παρέμβαση στο ντύσιμο, τις πεποιθήσεις, την πολιτική και κοινωνική δράση· να καταργήσουμε τη θανατική ποινή· να απελευθερώσουμε όλους τους πολιτικούς και μη πολιτικούς κρατούμενους.

Να προχωρήσουμε τον αγώνα μας με στόχο την κατάργηση της απλήρωτης οικιακής εργασίας, την κατάργηση της οικονομικής εξάρτησης της γυναίκας από τον σύζυγο και των παιδιών από τους γονείς, και το αυτονόητο δικαίωμα όλων να συμμετέχουν ελεύθερα, άμεσα και ισότιμα στις συλλογικές, συμβουλιακές αποφάσεις για την εργασία, την παραγωγή και τη ζωή.

17 Φεβρουαρίου

Περιοδικό Against Capital / Ενάντια στο Κεφάλαιο

anti-capitalist workers (کارگران ضد سرمایه‌داری)

πηγή : https://t.me/alayhesarmaye/11798

[κείμενο 2] Δήλωση του Iran Labour Confederation-Abroad για τον συνεχιζόμενο πόλεμο και την επείγουσα αναγκαιότητα επαναστατικής δράσης

Η δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ, μιας σειράς υψηλόβαθμων στελεχών του IRGC (Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης) και στελεχών του κρατικού μηχανισμού που κυβερνά αποτελεί μια καθοριστική εξέλιξη στη σημερινή πορεία του Ιράν. Είναι ένα καίριο πλήγμα στην καρδιά της μηχανής καταστολής και τη ραχοκοκαλιά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Για εκατομμύρια ανθρώπους στο Ιράν, ο θάνατος ενός ανθρώπου που για δεκαετίες συμβόλιζε τη σφαγή, την καταστολή, τη φτώχεια, τον μιλιταρισμό και την αιμοσταγή εξουσία πυροδότησε μια στιγμή αποσυμπίεσης, ένα μείγμα οργής που κρατιόταν για χρόνια μέσα τους και εκρηκτικής ανακούφισης. Το πλήθος στους δρόμους και η ευρύτερη κοινωνική αντίδραση αποκαλύπτουν το βάθος του μίσους που έχει συσσωρευτεί μέσα στην κοινωνία από τα χρόνια εγκλημάτων και σφαγών.

Αυτό δεν είναι χαρά για τον πόλεμο. Δεν είναι χαρά για τους βομβαρδισμούς ή τη δολοφονία παιδιών. Δεν είναι χαρά για την ξένη επέμβαση. Είναι μια πικρή ανακούφιση που νιώθεις όταν βλέπεις ρωγμές να εμφανίζονται σε ένα τέρας που μόλις πριν από δύο μήνες, τον Ντέι (Dey, دی, Ιανουάριος), έπνιξε τη χώρα στο αίμα, πυροβολώντας και συντρίβοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και μετατρέποντας την κοινωνία σε έναν ωκεανό πένθους και οργής. Οι άνθρωποι που σήμερα πήραν μια ανάσα είναι οι ίδιοι άνθρωποι που χθες τους ξυλοκοπούσαν, τους πυροβολούσαν και τους πετούσαν στις φυλακές.

Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να μιλήσουμε καθαρά για την πραγματικότητα: αυτό το χτύπημα στην κορυφή του κράτους έλαβε χώρα μέσα σε έναν πόλεμο που ξεκίνησε από πάνω και έξω από τη βούληση του λαού. Έναν πόλεμο που απειλεί ζωές, μετατρέπει τις πόλεις σε ζώνες θανάτου και επιδιώκει να παραλύσει την κοινωνία μέσω του φόβου και της καταστροφής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ με τις στρατιωτικές τους επιθέσεις παίζουν άμεσο ρόλο και πρέπει να καταδικαστούν άνευ όρων. Κανένα αφήγημα «διάσωσης» και καμία ρητορική περί «άμυνας» δεν μπορεί να ξεπλύνει τη δολοφονία αμάχων.

Ταυτόχρονα, πρέπει να ειπωθεί καθαρά: η Ισλαμική Δημοκρατία και οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης δεν είναι θύματα αυτού του πολέμου –είναι από τους βασικούς αρχιτέκτονές του. Ένα κράτος που εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί την κοινωνία ως ασπίδα για τα στρατιωτικά και πυρηνικά του έργα πληρώνει τώρα το τίμημα για αυτές τις πολιτικές με την εσωτερική του κατάρρευση. Ο θάνατος του Χαμενεΐ δεν σημαίνει ότι η κρίση τελείωσε, αλλά δείχνει με τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι αυτό το σύστημα δεν μπορεί πια να αναπαράγει την παλιά του εξουσία. Μια δομή που έχει χάσει τον ηγέτη της, που βρίσκεται πλέον σε πόλεμο και που αντιμετωπίζει μια κοινωνία γεμάτη από οργή και μίσος έχει μπει σε μια φάση μη αναστρέψιμης αστάθειας.

Πρέπει, επίσης, να είμαστε σε εγρήγορση για ένα κρίσιμο γεγονός: ένα ρήγμα στην κορυφή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πραγματοποιείται η βούληση της κοινωνίας. Ακριβώς σε στιγμές σαν αυτή ενεργοποιούνται σχέδια που στοχεύουν να περιορίσουν και να «χαλιναγωγήσουν» την κοινωνία, «ελεγχόμενη μετάβαση», αναδιάταξη των ελίτ και προώθηση εναλλακτικών «λύσεων από τα πάνω», που έχουν σκοπό να καπελώσουν την επανάσταση και να αφαιρέσουν από τα χέρια του λαού τον έλεγχο της πορείας των εξελίξεων. Συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, αναπαραγωγή της ίδιας δομής με νέο πρόσωπο ή επιβολή κυβερνήσεων-εντολοδόχων με συνθήματα περί «σταθερότητας» και «μετάβασης» είναι όλες απόπειρες να εξουδετερωθεί η επαναστατική ορμή και να μπλοκαριστεί η άμεση λαϊκή εξουσία. Αυτά τα σενάρια δεν σημαίνουν το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας· σημαίνουν τη συνέχιση της ίδιας κατασταλτικής τάξης πραγμάτων με νέα μορφή.

Η μόνη δύναμη που μπορεί να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη είναι η ανεξάρτητη, οργάνωση από τα κάτω σε όλη τη χώρα.

Σε μια στιγμή σαν κι αυτή, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι απλώς η «εναντίωση στον πόλεμο». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία μπορεί να αξιοποιήσει συνειδητά το άνοιγμα που δημιουργεί το ρήγμα στην κορυφή για να προχωρήσει σε επαναστατική ανατροπή. Ο πόλεμος αποσκοπεί στο να τρομοκρατήσει την κοινωνία και να βάλει την επανάσταση στον πάγο· η απάντηση του λαού πρέπει να είναι να ξαναχτίσει και να οργανώσει την κοινωνική του δύναμη μέσ’ το κέντρο αυτής της κρίσης.

Εργάτες, μισθωτοί, νεολαία, γυναίκες και όλες οι κοινωνικές δυνάμεις πρέπει να κατανοήσουν μια βασική αλήθεια: καμία ξένη δύναμη δεν πρόκειται να φέρει την ελευθερία. Η μόνη δύναμη που μπορεί να ρίξει αυτό το σύστημα οριστικά είναι μια οργανωμένη κοινωνία. Η ένταξη σε υπάρχουσες κοινωνικές οργανώσεις, η ενίσχυση ανεξάρτητων εργατικών οργανώσεων και το χτίσιμο συμβουλίων, τοπικών επιτροπών και δικτύων αλληλοβοήθειας δεν είναι σήμερα «επιλογή», είναι επείγουσα αναγκαιότητα, τόσο για να προστατευτούν ανθρώπινες ζωές σε συνθήκες πολέμου όσο και για να πάρει η κοινωνία συλλογικά τον έλεγχο του μέλλοντός της.

Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι τραυματισμένη και ασταθής. Δεν είναι ώρα να μένουμε θεατές ή να διστάζουμε· είναι ώρα για δράση. Το πραγματικό τέλος αυτού του πολέμου δεν θα έρθει μέσα από συμφωνίες μεταξύ κρατών, αλλά μέσα από την επαναστατική ανατροπή μιας τάξης πραγμάτων που έχει μετατρέψει την ίδια τη ζωή σε πεδίο θανάτου.

Απευθύνουμε κάλεσμα σε ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, στα εργατικά κινήματα και σε δυνάμεις που υπερασπίζονται την ελευθερία, να σταθούν στο πλευρό της κοινωνίας του Ιράν –όχι στο πλευρό κρατών και της πολεμικής μηχανής. Πραγματική αλληλεγγύη σημαίνει στήριξη του δικαιώματος του λαού να ανατρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία και να οικοδομήσει μια τάξη πραγμάτων ανθρώπινη, ελεύθερη και ισότιμη.

Ο αγώνας έχει μπει σε νέο στάδιο. Η καταστολή έχει ραγίσει, ο φόβος έχει κλονιστεί και έχει ανοίξει η δυνατότητα να προχωρήσουμε. Μια κοινωνία που έχει πληρώσει τόσο αίμα έχει το δικαίωμα –και το καθήκον– να χτίσει το δικό της μέλλον.

Iran Labour Confederation – Abroad (Εργατική Συνομοσπονδία Ιράν – Εξωτερικού)

1 Μαρτίου 2026

Πηγή : Iran labour Confederation – Abroad | Statement by the ILC on the Ongoing War and the Urgency of Revolutionary Action

[Επίμετρο]

Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου, η αντίσταση των φοιτητ(ρι)ών στο Ιράν έδειχνε ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια συνεχίζει να παίρνει μορφή, να μετασχηματίζεται σε μια προλεταριακή δημόσια σφαίρα και να έχει διάρκεια. Η μαζική αντίσταση μέσα στις πανεπιστημιουπόλεις, με συνελεύσεις, καλέσματα, συγκρούσεις έδειχνε την προσπάθεια να ξαναστηθεί συλλογική δράση μετά την αιματοχυσία του Ντέι (Ιανουαρίου 2026). Κάθε πανεπιστήμιο που είχε ανοίξει από τις αρχές Φεβρουαρίου είχε μετατραπεί σε χώρο ριζοσπαστικής και μαζικής φοιτητικής διαμαρτυρίας ενάντια στο κράτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, την οποία οι εξεγερμένες του Ιράν ανέμεναν όσο και απεύχονταν, άλλαξε απότομα το τοπίο: ο πόλεμος λειτούργησε ως γενικευμένη καταστολή, ως επιτάχυνση της πειθάρχησης και εκκαθάριση του δημόσιου χώρου. Το θάψιμο μιας εξέγερσης κάτω από τις βόμβες…

Σε μια χώρα όπου ο πυρήνας καταστολής είναι πολυεπίπεδος (IRGC και οι πολιτοφύλακες Bassidj, ο ενσωματωμένος σε γειτονιές,χώρους δουλειάς και πανεπιστήμια παραστρατιωτικός βραχίονας των Φρουρών, ο οποίος βέβαια προέρχεται στο συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό από την εργατική τάξη), αυτή η διάσταση έχει μια πολύ υλική βάση. Την ίδια στιγμή η κλιμάκωση των χτυπημάτων, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου του Χαμενεΐ, υπογραμμίζει ότι η κρίση στην κορυφή είναι πραγματική και απότομη, και δημιουργεί την προσδοκία στην ιρανική κοινωνία ότι θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανταγωνισμούς και μετακινήσεις μέσα στον κρατικό μηχανισμό που πιθανόν θα ανέτρεπαν το πολιτικό σκηνικό προς μια ευνοϊκότερη ρύθμιση. Αυτό που συμβαίνει πραγματικά εδώ είναι ότι η πολεμική σύγκρουση επιδεινώνει την ήδη υπάρχουσα στρατιωτικο-οικονομική κρίση που βάραινε με τις συνέπειές της την εργατική τάξη κι εξέθρεφε το πολεμοκάπηλο κράτος και το στρατιωτικό κεφάλαιο. Ο πόλεμος έρχεται να ανακυκλώσει την παρατεταμένη εσωτερική ταξική πειθάρχηση εντός του ιρανικού κοινωνικού σχηματισμού και την καταστολή που για χρόνια υφίστανται οι αυτόνομες προλεταριακές δυνάμεις και βυθίζει τους αγώνες των εξεγερμένων του Ιράν στην παραλυσία. Επιπλέον, ακόμα κι αν οι στρατιωτικές επιθέσεις μπορούσαν να παραγάγουν ρωγμές στην ίδια την δυνατότητα του κράτους να συνεχίζει να παίζει τον ρόλο του, καμία «σωτηρία» και καμία «ρητορική αυτοάμυνας» δεν μπορεί να ξεπλύνει τη δολοφονία αμάχων, όπως, ορθώς, επισημαίνει η Εργατική Συνομοσπονδία του Ιράν.

Θα μπορούσε, λοιπόν, το τρέχον επεισόδιο του πολέμου στη Μέση Ανατολή να ανοίξει το πεδίο για επαναστατική ανατροπή; Ο πόλεμος ασκεί πιέσεις σε όλες τις κρατικές λειτουργίες, αλλά αυτό από μόνο του όχι μόνο δεν σημαίνει τίποτα επαναστατικό, αλλά το αντίθετο κιόλας. Τις πραγματικές δυνατότητες αποκαλύπτουν οι ταξικές συγκρούσεις

Η ιρανική εργατική τάξη είναι μεγάλη, αλλά και εξαιρετικά κατακερματισμένη: η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό (2024) εμφανίζεται γύρω στο 40,7%, (https://ilostat.ilo.org/data/country-profiles/irn/), ένδειξη τόσο αποκλεισμού (ιδίως των γυναικών) όσο και της γενικευμένης επισφάλειας και της αδήλωτης εργασίας. Παράλληλα, η οικονομική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών, με την απασχόληση να κινείται ανομοιόμορφα και υπό την πίεση των καταστροφικών για την εργατική τάξη οικονομικών κυρώσεων του διεθνοποιημένου δυτικού κεφαλαίου, ενεργειακών ελλείψεων και και της δημοσιονομικής αποδιάρθρωσης που γεννά η ίδια η οικονομία της πετρελαϊκής προσόδου και οι πελατειακές σχέσεις και η θεσμοποιημένη διαφθορά του ιρανικού κρατικού μηχανισμού που αυτή θρέφει. Αυτό έχει διπλή συνέπεια: από τη μία, υπάρχει πλατιά μάζα μισθωτών που συμπιέζεται από ακρίβεια και ανασφάλεια· από την άλλη, η πραγματική δυνατότητα παρατεταμένης απεργίας εξαρτάται δυσανάλογα από λίγους στρατηγικούς κόμβους (ενέργεια, μεταφορές, δημόσιες υπηρεσίες).

Στον τομέα της ενέργειας/πετροχημικών, η οργάνωση των συμβασιούχων/εργολαβικών εργατών έχει δώσει επαναλαμβανόμενους κύκλους αγώνων στη διάρκεια των τελευταίων πέντε χρόνων, αγώνες αδιαμεσολάβητους, με απεργίες διαρκείας που βγαίνουν μέσα από γενικές συνελεύσεις. Οι εργαζόμενοι στον κλάδο της ενέργειας έχουν πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια τεράστιες διαδηλώσεις παρά την αστυνομική καταστολή, ενώ και το εκπαιδευτικό κίνημα, επανέρχεται επίμονα και μαχητικά (2018-2026) και συγκρούεται μετωπικά με καταστολή, συλλήψεις και πειθαρχικά. Στις μεταφορές, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των οδηγών φορτηγών και των οδηγών λεωφορείων Τεχεράνης έδειξαν τη δυνατότητα γρήγορης διάχυσης και κοινωνικής απεύθυνσης. Και όσον αφορά τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια, ο μεγάλος αριθμός διαμαρτυριών/απεργιών μέσα στο 2024 δείχνει ότι η ταξική τριβή είναι μόνιμη και πολυεστιακή.

Ποια είναι όμως η υλική μορφή του κράτους ως μηχανισμού νομιμοποίησης της ταξικής εκμετάλλευσης; Οι Φρουροί δεν είναι, απλώς, ένας στρατός. Είναι ένα παράλληλο στρατιωτικό-πολιτικό κράτος μέσα στο κράτος. Διαθέτουν χερσαίες, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, ελέγχουν τη Δύναμη al-Quds, τη δύναμη με την οποία το ιρανικό καθεστώς παρεμβαίνει στρατιωτικά και πολιτικά έξω από τα σύνορά του, σε χώρες όπως το Ιράκ, ο Λίβανος, η Συρία, η Υεμένη και τα παλαιστινιακά εδάφη, ενώ κάτω από την ομπρέλα τους υπάγεται και η Bassidj, η παραστρατιωτική εφεδρεία που χρησιμοποιείται για εσωτερική πειθάρχηση και καταστολή. Γι’ αυτό οι Φρουροί έχουν ρόλο ταυτόχρονα στην άμυνα, την εσωτερική ασφάλεια, την επιβολή ιδεολογικής τάξης και στην περιφερειακή επίδειξη ισχύος(βλ. Άξονα της Αντίστασης). Το κρίσιμο είναι ότι έχουν μετατραπεί και σε οικονομικό μηχανισμό συσσώρευσης. Δρουν μέσω επενδυτικών και «συνεταιριστικών» βραχιόνων και κυρίως μέσω του γιγαντιαίου ομίλου Khatam al-Anbiya, που έχει βαθιά παρουσία στις κατασκευές και σε μεγάλα έργα. Παράλληλα, πολλοί βετεράνοι τους περνούν σε υπουργεία, το κοινοβούλιο και την επαρχιακή διοίκηση. Άρα, αυστηρά μιλώντας, οι IRGC είναι μάλλον ένα στρατιωτικός-γραφειοκρατικός και επιχειρηματικός μηχανισμός που οργανώνει, προστατεύει και σε μεγάλο βαθμό συγκροτεί ένα σημαντικό τμήμα της κυρίαρχης τάξης. Η ισχύς των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης δεν είναι, επομένως, απλώς κατασταλτική. Συνδεόμενη με ένα ευρύτερο οικονομικο-πολιτικό σύμπλεγμα (bonyads/βακούφια-παρακρατικοί οικονομικοί όμιλοι) περικυκλώνει ασφυκτικά πολλούς κλάδους εργαζομένων, αναπαράγοντας προνόμια και πελατειακές σχέσεις. Αυτό δυσκολεύει την επαναστατική προοπτική με δύο τρόπους: (α) επειδή το προλεταριάτο συγκρούεται με συμφέροντα που στηρίζονται στην οργανωμένη βία και έχουν οικονομικό βάθος, (β) επειδή η όποια μετάβαση μπορεί να πάρει τη μορφή αναδιάταξης της κρατικής εξουσίας αντί για τη διάλυσή της.

Υπάρχουν, επομένως, δυνατά σημεία προλεταριακής αυτοοργάνωσης και επαναλαμβανόμενες απεργιακές εμπειρίες σε στρατηγικούς τομείς, καθώς και κοινωνική δυσαρέσκεια που δεν είναι συγκυριακή. Δεν υπάρχει, όμως, ήδη συγκροτημένη, σταθερή μορφή εργατικής εξουσίας, τύπου εργατικών συμβουλίων (shoras, εργατικά συμβούλια το 1979) που να μπορεί να ελέγξει τους κρίσιμους κόμβους παραγωγής και κυκλοφορίας και να οργανώσει την κοινωνική αναπαραγωγή ανεξάρτητα από κράτος και κεφάλαιο, ώστε η ταξική σύγκρουση να αποκτά διάρκεια και να μην συντρίβεται από έναν έναν πυκνό μηχανισμό καταστολής μέσα σε συνθήκες πολέμου.

Το κείμενο της 17ης Φεβρουαρίου των Αντι-Καπιταλιστών Εργατ(ρι)ών («Να βάλουμε τέλος στην κατασκευή ηγετών») διατυπώνει ένα βασικό συμπέρασμα: η δύναμη της τάξης δεν προκύπτει από πρόσωπα, «μεσσίες» ή διαχειριστές, αλλά από την ικανότητά της να οργανώνει τη ζωή και την εργασία συλλογικά, να μπλοκάρει την παραγωγή και να επιβάλλει κοινωνικούς όρους. Το κείμενο της «Iran Labour Confederation – Abroad» συμπληρώνει το ίδιο σημείο από άλλη πλευρά: η κρίση στην κορυφή δεν ταυτίζεται με ταξική νίκη· γίνεται νίκη μόνο αν η κοινωνία συγκροτήσει ανεξάρτητη δύναμη, πανιρανικά –και κυρίως παγκόσμια θα συμπληρώναμε εμείς– και από τα κάτω.

Η επαναστατική προοπτική στο Ιράν δεν κρίνεται ούτε κατ’ ελάχιστο από την ένταση των στρατιωτικών χτυπημάτων ή από την ταχύτητα των εξελίξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή, Η εργατική τάξη στο Ιράν δεν έχει σήμερα μπροστά της μια ήδη διαμορφωμένη επαναστατική διέξοδο, ούτε μπορεί να βρει λύση μέσα από το ήδη φθαρμένο σχήμα της μεταρρύθμισης ή της «κοσμικής δημοκρατίας».  Όπως έχουμε ήδη πει, είναι βαθιά διασπασμένη ανάμεσα σε στρατηγικούς κλάδους, άτυπη εργασία, ανεργία, κρατική εξάρτηση και θρησκευτικο-λαϊκιστικές μορφές αναπαραγωγής, άρα δεν εμφανίζεται ως ενιαίο πολιτικό υποκείμενο.

Γι’ αυτό η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα που μένει ανοιχτή είναι μια ασταθής μεν, αλλά ουσιαστική αυτονόμηση του προλεταριάτου από τις μεσαίες τάξεις, από τις φιλελεύθερες λύσεις ενάντια στην αφομοίωση των αγώνων. Αυτό σημαίνει ότι η εργατική τάξη δεν πρέπει να αφήσει τις υλικές της ανάγκες, τον μισθό και την κοινωνική αναπαραγωγή, να μεταφραστούν ξανά σε σχέδιο αναδιάρθρωσης του ιρανικού καπιταλισμού, αλλά να κρατήσει το δικό της έδαφος πάλης και ταυτόχρονα να καταφέρει να σπάσει τους διαχωρισμούς με τους ανέργους, τους επισφαλείς, τους φτωχοποιημένους προλετάριους, που αποτελούν το πιο μαζικό και εκρηκτικό κομμάτι του ιρανικού προλεταριάτου.

Η προοπτική, λοιπόν, κρίνεται από το αν οι αντιστεκόμενοι μπορούν να συνδέσουν σημεία εξέγερσης και ανταρσίας που ήδη υπάρχουν: φοιτητές/τριες, εργαζόμενους, γυναίκες, νεολαία, γειτονιές· να σταθεροποιήσουν μορφές οργάνωσης που αντέχουν στην καταστολή (επιτροπές, συμβούλια, δίκτυα αλληλοβοήθειας, συλλογική αυτοπροστασία) και να μετατρέψουν την οργή σε υλική ικανότητα παρέμβασης μέσα από πρακτικές ρήξης, απεργίες, μπλοκαρίσματα, εξεγερσιακές στιγμές, αυτοοργάνωση και κοινωνικό έλεγχο, ως όρους μιας ταξικής στρατηγικής που δεν θα υποταχθεί ούτε στο καθεστώς ούτε στους επίδοξους διαδόχους του.

Σ’ αυτό το έδαφος τα δύο κείμενα διαβάζονται ως μια κοινή διαπίστωση: στο σημείο που βρισκόμαστε η ικανοποίηση των πολύπλευρων προλεταριακών αναγκών δεν θα έρθει ως δώρο από πουθενά στους εργάτες και τις εργάτριες του Ιράν, πόσω μάλλον από τους πολεμοκάπηλους καπιταλιστές, αν οι ίδιοι/ες δεν ανοίξουν τον δρόμο με τους αγώνες τους μέσα και έξω από τους χώρους δουλειάς.

Ενάντια στον ιρανικό τον αμερικανικό, τον ισραηλινό και κάθε προέλευσης μιλιταρισμό, διεθνιστικοί, αντιμιλιταριστικοί, αντικαπιταλιστικοί, προλεταριακοί αγώνες

Λιποτάκτ(ρι)ες της Καπιταλιστικής Ειρήνης

5 Μαρτίου 2026